Υποτιτλισμοί των καλύτερων βίντεο του Youtube

 

 


Νίτσε

Το παρακάτω απόσπασμα από τον Νίτσε μού εστάλη για να το σχολιάσω.

 

Πίσω απ’ το εγώ, το νου, τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου, αδελφέ μου, βρίσκεται ένας ισχυρός εντολέας, ένας άγνωστος σοφός, που ονομάζεται Εαυτός. Ζει μέσα στο σώμα σου, είναι το ίδιο το σώμα σου...
«Αισθήσεις και πνεύμα είναι εργαλεία και παιχνίδια. Πίσω τους βρίσκεται ο Εαυτός. Ο Εαυτός αναζητά με τα μάτια των αισθήσεων και αφουγκράζεται με τ’ αυτιά του πνεύματος. Ο Εαυτός πάντοτε αφουγκράζεται και αναζητά. Συγκρίνει, δαμάζει, κατακτά, καταστρέφει, κυβερνά.

Θα ’θελα να πω δυο λόγια για αυτούς που περιφρονούν το Σώμα. Είναι η λανθασμένη εκτίμησή τους, που προκαλεί αυτή την περιφρόνηση... Γι’ αυτό ο Εαυτός σας θέλει να καταστραφείτε εσείς, που περιφρονείτε το Σώμα σας. Ο Εαυτός σας θέλει να καταστραφείτε, γι’ αυτό κι εσείς γίνατε περιφρονητές τού Σώματος. Και γι’ αυτό θυμώνετε με τη ζωή και με τη γη, ψάχνοντας για ευτυχία στα ουράνια.

                                                         

Σχόλιό μου

«Και γι’ αυτό θυμώνετε με τη ζωή και με τη γη, ψάχνοντας για ευτυχία στα ουράνια.»

Δεν είναι με τη ζωή και με τη γη που θυμώνει κανείς, αλλά με τους ίδιους του τους περιορισμούς. Η ύπαρξη στη γη είναι αυτή που είναι: κάποτε έχει καλοκαίρι και κάποτε χειμώνα. Γιατί να μην το δεχτείς; Σήμερα έχεις να φας καλά, αύριο ψωμολυσσάς, το στομάχι σου φουσκώνει από την πείνα, ζαλίζεσαι και πέφτεις. Σήμερα έχεις δουλειά, έχεις κοινωνική αξιοπρέπεια, έχεις λεφτά, έχεις «φίλους σε σημαντικές θέσεις», έχεις διακοπές στα νησιά και στο εξωτερικό. Αύριο όλα έχουν φύγει, με ξεσκισμένα ρούχα γυρνάς από κάδο σε κάδο σκουπιδιών, μαλώνοντας με τις γάτες που προσπαθούν να φτάσουν εκείνες πρώτες στα αποφάγια, να σε τρομάξουν και να χορτάσουν οι ίδιες. Σήμερα έχεις υγεία, αύριο τρομεροί πόνοι κυριεύουν το κορμί σου.

Γιατί δεν δέχεσαι τη ζωή; Γιατί θυμώνεις; Γιατί κατηγορείς τους πολιτικούς, την τύχη, την ανθρώπινη κοινωνία, τη μοίρα; Γιατί προσπαθείς σόνι και καλά να επιβάλεις τις δικές σου επιθυμίες στην πλάση; Ο διδάσκαλός μου έλεγε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να τον κάνει να αισθάνεται άβολα στη φύση. Έλεγε ότι αγαπά τη φύση και νιώθει σαν στο σπίτι του. Γι’ αυτόν δεν έκανε διαφορά αν είχε να φάει ή όχι, αν η θερμοκρασία ήταν κλιματιζόμενη ή ενενήντα βαθμοί Κελσίου (άλλωστε πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε θερμοκρασία από 40 έως 90 βαθμούς Κελσίου). Εμάς όμως μας κάνει μεγάλη διαφορά. Από τις διάφορες πραγματικότητες που η ζωή στην ύλη μάς προσφέρει, επιλέγουμε μόνο αυτές που θέλουμε και τις άλλες τις αποφεύγουμε, τις καταδικάζουμε, προσπαθούμε να τις σκοτώσουμε με κάθε τρόπο. Κατηγορούμε καταστάσεις και ανθρώπους, δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, τρέχουμε πίσω από χίμαιρες ευτυχίας και ιδανικών καταστάσεων σε όλη τη ζωή μας.

Λοιπόν ο πνευματικός άνθρωπος, αντί να τα βάζει με τη φύση και να της λέει πώς θα πρέπει να ’ναι ώστε να βολευτεί ο ίδιος, τα βάζει με τον εαυτό του και λέει στον εαυτό του πώς θα πρέπει ο ίδιος να ’ναι προκειμένου να μπορεί να αγαπάει τη φύση όπως κι αν είναι αυτή. Η σχέση του πνευματικού ανθρώπου με τη φύση είναι μια δίχως όρους αγάπη. Είναι η μητέρα μας, η φίλη μας, το πιο αγαπητό μας πρόσωπο. Δεν υπάρχει περιθώριο για εγωισμό στη σχέση μας με τη φύση. Δεν υπάρχει «θα είσαι έτσι γιατί έτσι μου αρέσεις». Υπάρχει μόνο: «Σε δέχομαι όπως είσαι, σε αγαπώ όπως είσαι, δεν θα προσπαθήσω ποτέ να σου επιβάλλω τον δικό μου νου, τις δικές μου προτιμήσεις. Γιατί εσύ είσαι ο Θεός μου.»

Κι όταν έχουμε αυτή τη στάση, τότε η ζωή ανεβάζει το μπόι της, η εμπειρία μας ψηλώνει και φτάνει στα ουράνια, η φύση αποκαλύπτεται σαν αιώνια ζωή, ο φόβος και η μιζέρια μας μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου χάνεται – γιατί κι ο ουρανός ακόμα, όπου πηγαίνουμε όταν πεθαίνουμε, αποκαλύπτεται κι αυτός ως φύση. Γίνεται ζωντανός, αποκτούμε σώμα σε ΟΛΟ τον χρόνο.

Και τότε κοιτώντας προς τα πίσω βλέπουμε πόσο περιορισμένη ήταν η ζωή μας, τι μερμηγκάκια που ήμασταν καθώς τριγυρίζαμε πανικόβλητοι μυξοκλαίγοντας για τη ζωή μας που φεύγει, ενώ η μητέρα μας η Γη άπλωνε τους κάμπους και τα ποτάμια της σε χωροχρόνους πέραν κάθε μας φαντασίας.

Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος δεν φοβάται την ύλη. Όταν η ύλη εμφανίζει αυτό που οι αδαείς άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν, αυτός λέει: «Αυτό θέλω».

Γι’ αυτό και είναι υπεράνθρωπος. Επειδή, μέσα από τη θέλησή του, μέσα από την ικανότητά του όχι μόνο να αντέχει τον πόνο που του προσφέρει η ύλη αλλά και να τον θέλει, εμφάνισε μέσα στην ύλη, μέσα στη φύση, μέσα στη ζωή, το κρυμμένο δυναμικό, το κρυμμένο ανάστημά της.

Είτε μιλήσεις σε πλατωνική γλώσσα είτε σε νιτσεϊκή, το δίδαγμα παραμένει το ίδιο: ότι ευτυχία είναι κάτι που εμείς δημιουργούμε. Δεν μας τη δίνει ένας θεός από τα ουράνια. Μα ούτε και μια θεά από τη γη. Είναι η ποιότητα της ανεξαρτησίας, της ελευθερίας και της δύναμης που πηγάζει από την καλώς εννοούμενη υπερηφάνειά μας.

«Συγκρίνει, δαμάζει, κατακτά, καταστρέφει, κυβερνά.»

Ο σοφός άνθρωπος κυβερνά τη δική του αδυναμία.
Ο αδαής προσπαθεί να κυβερνήσει τη φύση.
Φτιάχνει πυραύλους, χημικά, επιστήμες, γέφυρες...

Μα δεν μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην επιθυμία του για τη φύση και στο φόβο του για αυτή. Ο φόβος αυτός χάνεται όταν δουλεύεις τον εαυτό σου έτσι ώστε να αποκαλυφθεί η αιωνιότητα της φύσης.

Στην Ινδία έχουν ένα ρητό. Ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ανθρώπου και Θεού, μεταξύ φύσης και Θεού, όλα είναι Θεός. Ο σοφός άνθρωπος κατατροπώνει το φόβο του προς το θάνατο, κατατροπώνει τον ίδιο τον θάνατο, ανάβει μέσα στη φύση τη φωτιά της αδάμαστης ζωής.

Γιατί ο Θεός ΕΙΝΑΙ ζωή.

Αλλά όχι θνητή, περιορισμένη και μιζεριασμένη ζωή. Είναι η ζωή που ενδόμυχα ποθείς.

 

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------